Ομιλία του Δημάρχου Κύμης – Αλιβερίου Νίκου Μπαράκου στα εγκαίνια του Μουσείου «Γεώργιος Ν. Παπανικολάου»
«Εξοχότατε Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας,
Σεβασμιώτατε,
Κύριε Υπουργέ,
Κύριε Περιφερειάρχη,
Αγαπητοί εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου και της Αυτοδιοίκησης,
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
Αγαπητές συμπολίτισσες, αγαπητοί συμπολίτες,
Σήμερα είναι μια μέρα που θα τη θυμόμαστε.
Όχι μόνο ο Δήμος Κύμης-Αλιβερίου, αλλά όλη η χώρα. Βρισκόμαστε σε έναν τόπο φορτισμένο με ιστορία και συναίσθημα, για να κάνουμε κάτι που το χρωστάμε εδώ και καιρό: να ανοίξουμε στον κόσμο το σπίτι όπου μεγάλωσε ο Γεώργιος Παπανικολάου, ο άνθρωπος που το έργο του άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων γυναικών σε όλον τον πλανήτη.
Η παρουσία σας εδώ σήμερα, Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε, δείχνει κάτι που όλοι μας νιώθουμε βαθιά: ότι αυτό που κάνουμε σήμερα δεν αφορά μόνο την Κύμη. Αφορά όλον τον Ελληνισμό, και αφορά κάθε άνθρωπο στον κόσμο που έχει ωφεληθεί, έστω και χωρίς να το ξέρει, από την ανακάλυψη ενός ανθρώπου που πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια εδώ, ανάμεσά μας.
Κυρίες και κύριοι,
Αυτές οι πέτρες, αυτοί οι τοίχοι, θυμούνται. Εδώ μεγάλωσε ο Γεώργιος Παπανικολάου, δίπλα στον πατέρα του τον Νικόλαο, γιατρό , βουλευτή και δήμαρχο της Κύμης.
Εδώ έμαθε να αγαπά τη γνώση, να είναι περίεργος, να επιμένει, να μην τα παρατάει εύκολα. Εδώ διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου που αργότερα θα άλλαζε την ιατρική επιστήμη για πάντα.
Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Δεν είναι απλώς ιστορία για τα βιβλία. Είναι η απόδειξη ότι ο τόπος όπου μεγαλώνεις, οι άνθρωποι που σε περιβάλλουν, οι αξίες που σου μαθαίνουν στο σπίτι, μπορούν να γίνουν το θεμέλιο για κάτι που θα αλλάξει τον κόσμο.
Το 1913, όταν ο Γεώργιος Παπανικολάου πέρασε τον Ατλαντικό μαζί με τη γυναίκα του, τη Μάχη Μαυρογένους, δεν είχε τίποτα εξασφαλισμένο. Δεν είχε χρήματα, δεν είχε άνεση, δεν είχε καν σιγουριά ότι θα τα καταφέρει σε μια ξένη χώρα.
Είχε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό: πίστη. Πίστη στην επιστήμη, πίστη στον άνθρωπο, πίστη ότι η δουλειά του θα είχε νόημα. Και αυτή η πίστη, τολμώ να πω, γεννήθηκε εδώ, σε αυτό το σπίτι, σε αυτή τη γειτονιά, σε αυτή την Κύμη.
Χρόνια αργότερα, στο Πανεπιστήμιο Cornell της Νέας Υόρκης, μετά από δεκαετίες αμέτρητων ωρών δουλειάς, κοπιαστικής και συχνά αφανούς έρευνας, δημιούργησε αυτό που σήμερα ξέρουμε ως Τεστ Παπανικολάου.
Δεν ήταν απλώς μια επιστημονική ανακάλυψη. Ήταν μια ασπίδα ζωής. Μια μέθοδος πρόληψης που έσωσε, και συνεχίζει να σώζει, εκατομμύρια γυναίκες σε κάθε γωνιά του πλανήτη — γυναίκες που ίσως δεν έμαθαν ποτέ το όνομά του, αλλά χρωστάνε τη ζωή τους σε αυτόν.
Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα; Δεν τη κατοχύρωσε με πατέντα. Δεν προσπάθησε να βγάλει χρήματα από αυτή την ανακάλυψη. Τη χάρισε στον κόσμο, ελεύθερα, σε όλους. Αυτό από μόνο του λέει ποιος ήταν ο άνθρωπος πίσω από τον επιστήμονα. Ένας άνθρωπος με ήθος, με ταπεινότητα, με πραγματική αγάπη για τον συνάνθρωπο.
Αγαπητοί φίλοι,
Χρόνια περιμέναμε αυτή τη στιγμή. Το να αποκαταστήσουμε αυτό το σπίτι και να το μετατρέψουμε σε μουσείο ήταν ένα όνειρο που το κουβαλούσαν όλοι οι Κυμαίοι, γενιά με γενιά.
Θυμάμαι στιγμές, από την περίοδο που ήμουν αντιδήμαρχος , που το έργο αυτό φάνταζε μακρινό, σχεδόν ουτοπικό. Κι όμως, δεν σταματήσαμε ποτέ — ούτε τότε, ούτε αργότερα. Χρειάστηκε να επιμείνουμε, να μην το βάλουμε κάτω, ακόμα κι όταν όλα έδειχναν δύσκολα.
Χρειάστηκαν μελέτες, χρειάστηκε να περάσουμε μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες, χρειάστηκε αγώνας για να βρεθούν οι πόροι και η χρηματοδότηση.
Και θέλω να το πω καθαρά, γιατί το θεωρώ σημαντικό: το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης αυτού του έργου προήλθε από ίδιους πόρους του Δήμου μας.
Ήταν μια συνειδητή επιλογή, μια δέσμευση που πήραμε απέναντι στους πολίτες, ότι αυτό το έργο δεν θα περίμενε αόριστα εξωτερική στήριξη.
Γιατί αυτό το έργο δεν είναι απλώς ένα ακόμα δημοτικό έργο. Είναι ένα χρέος που πληρώνουμε όλοι μαζί, ένα «ευχαριστώ» που οφείλαμε από καιρό σε έναν άνθρωπο που έσωσε εκατομμύρια ζωές, και δεν ζήτησε ποτέ τίποτα πίσω.
Θέλω όμως να είμαι δίκαιος, γιατί αυτό το έργο δεν το κάναμε μόνοι μας τώρα, σε αυτή τη θητεία. Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στους δημάρχους και τα δημοτικά συμβούλια που ήρθαν πριν από εμάς — τόσο του παλιού Δήμου Κύμης όσο και του σημερινού, ενιαίου Δήμου Κύμης-Αλιβερίου. Ο καθένας τους, στη δική του εποχή, με τα δικά του μέσα και τις δικές του δυσκολίες, έβαλε ένα λιθαράκι. Η συνεισφορά τους ήταν σημαντική ώστε σήμερα εμείς να μπορέσουμε να παραδώσουμε αυτό το έργο στην κοινωνία.
Κύριε Υπουργέ, κύριε Περιφερειάρχη,
Αυτή η μέρα δικαίωσης είναι αποτέλεσμα πραγματικής, ειλικρινούς συνεργασίας. Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου την ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, για τη σταθερή στήριξή τους — χρηματοδοτική, αλλά και επιστημονική, σε κάθε βήμα αυτής της διαδρομής.
Θέλω μάλιστα να σταθώ σε κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία: με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, το Ινστιτούτο Παπανικολάου συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μόλις οκτώ νομικά πρόσωπα στη χώρα που συνέχισαν τη λειτουργία τους. Αυτό δεν είναι μια απλή διοικητική λεπτομέρεια.
Είναι μια έμπρακτη αναγνώριση της αξίας και της σπουδαιότητας του έργου που επιτελεί, και μας δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσουμε να τιμούμε τη μνήμη και την κληρονομιά του Γεωργίου Παπανικολάου με συνέπεια και σταθερότητα.
Ευχαριστώ την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, και εσάς προσωπικά, κύριε Περιφερειάρχη, για την εμπιστοσύνη σας, για τη συμπόρευσή σας, και για την ουσιαστική συμβολή σας στην υλοποίηση αυτού του έργου.
Ευχαριστώ θερμά τους επιστήμονες, τους ιστορικούς, τους αρχιτέκτονες, τους συντηρητές, τους τεχνικούς — όλους εκείνους που δούλεψαν με υπομονή και σεβασμό σε κάθε γωνιά, σε κάθε πέτρα αυτού του ιστορικού χώρου, ώστε να αποκατασταθεί με τον τρόπο που του άξιζε.
Ευχαριστώ και τα στελέχη των δημοτικών μας υπηρεσιών, που μόχθησαν, συχνά χωρίς να φαίνονται, για να φτάσουμε ως εδώ.
Και ένα ιδιαίτερο, βαθύ ευχαριστώ σε όσες οικογένειες εμπιστεύτηκαν στον Δήμο μας πολύτιμα κειμήλια — χειρόγραφα, προσωπικά αντικείμενα, κομμάτια από τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Χωρίς αυτή τη γενναιοδωρία, το μουσείο αυτό δεν θα ήταν το ίδιο.
Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,
Η παρουσία σας εδώ σήμερα για να εγκαινιάσετε το μουσείο , δεν είναι απλώς μια θεσμική τιμή για τον τόπο μας.
Είναι μια έμπρακτη αναγνώριση ότι η Κύμη, μέσα από τη ζωή και το έργο του Γεωργίου Παπανικολάου, έγραψε μια σελίδα που ανήκει σε ολόκληρο το Έθνος.
Σας ευχαριστούμε που επιλέξατε να είστε κοντά μας σε αυτή την ιστορική στιγμή, τιμώντας με τον πλέον έμπρακτο τρόπο τη μνήμη ενός ανθρώπου που έκανε το όνομα της Ελλάδας να αντηχεί με σεβασμό σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Κυρίες και κύριοι,
Το σπίτι αυτό δεν είναι απλώς ένα μνημείο του παρελθόντος. Δεν το φτιάξαμε για να κοιτάμε πίσω. Το φτιάξαμε γιατί κοιτάμε μπροστά. Είναι ένα μήνυμα για το μέλλον, και ιδιαίτερα για τα παιδιά μας.
Λέει σε κάθε παιδί που θα περάσει από εδώ: δεν έχει σημασία από πού ξεκινάς. Δεν έχει σημασία πόσο μικρός είναι ο τόπος σου, πόσο λίγα έχεις στην αρχή. Με επιμονή, με δουλειά, με ήθος και αφοσίωση στο κοινό καλό, μπορείς να ξεκινήσεις από ένα μικρό σπίτι στην Κύμη, και να αλλάξεις τον κόσμο ολόκληρο.
Σας προσκαλώ όλους, από καρδιάς, να περάσετε το κατώφλι αυτού του σπιτιού. Να γνωρίσετε τον άνθρωπο πίσω από τον επιστήμονα. Και να κρατήσουμε μαζί ζωντανή τη μνήμη του — όχι σαν κάτι παγωμένο πίσω από μια βιτρίνα, αλλά σαν κάτι που μας εμπνέει, που μας διδάσκει, κάθε μέρα.
Σας ευχαριστώ θερμά».


